διασχιδής

δια-σχῐδής, ές,
A cloven, split, parted, Ath.11.488e.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασχιδής — διασχιδής, ές (Α) χωρισμένος στα δύο. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + σχιδής < σχίζω (πρβλ. ακροσχιδής)] …   Dictionary of Greek

  • διασχιδεῖς — διασχιδής cloven masc/fem acc pl διασχιδής cloven masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.